Εφιάλτης στον ναό του Ευρώ: Το 58% των υπαλλήλων της ΕΚΤ φοβάται να μιλήσει
Μιαν ατμόσφαιρα πολύ μακριά από την εικόνα θεσμικής διαφάνειας και πολυφωνίας που προβάλλεται προς τα έξω φέρνει στο φως έρευνα μεταξύ των εργαζομένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Τα ευρήματα της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο με συμμετοχή-ρεκόρ 75%, προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για την κουλτούρα της τράπεζας υπό την ηγεσία της Christine Lagarde.
Το μήνυμα που αναδύεται είναι ανησυχητικό: σημαντικό ποσοστό εργαζομένων θεωρεί ότι δεν μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τις απόψεις του χωρίς να φοβάται.
Συγκεκριμένα, το 34% διαφώνησε με τη δήλωση ότι μπορεί να μιλά ανοιχτά «χωρίς φόβο επιπτώσεων», ενώ ένα επιπλέον 24% δήλωσε αβεβαιότητα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι παλαιότεροι υπάλληλοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και ανήσυχοι για επιπτώσεις σε σχέση με τους νεότερους.
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν και, σύμφωνα με μαρτυρίες εργαζομένων, η ατμόσφαιρα που ακολούθησε ήταν φορτισμένη.
«Ο κόσμος ήταν πολύ αναστατωμένος», ανέφερε υπάλληλος, εκφράζοντας απογοήτευση για την έλλειψη σαφούς δέσμευσης για ουσιαστικές αλλαγές.
Έντονη αντίθεση
Η εικόνα αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη δημόσια ρητορική της Lagarde, η οποία μόλις πρόσφατα εξήρε την ποικιλομορφία απόψεων στους κόλπους των κεντρικών τραπεζιτών της ευρωζώνης, υποστηρίζοντας ότι «η διαφορετικότητα είναι πλεονέκτημα σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας».
Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η ίδια τονίζει την ανάγκη διεύρυνσης της οπτικής, έχοντας επικρίνει δημόσια τους οικονομολόγους για «φυλετικές κλίκες» στο World Economic Forum του 2024 στο Νταβός.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το πνεύμα αυτό δεν φαίνεται να διαπερνά τα γραφεία της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη.
«Kουλτούρα φόβου»
Ήδη από πέρυσι, ο αντιπρόεδρος του σωματείου εργαζομένων της τράπεζας, Carlos Bowles, είχε προειδοποιήσει για μια «κουλτούρα φόβου» που ενθαρρύνει την αυτολογοκρισία και την ομαδική σκέψη.
Οι προσπάθειες της διοίκησης να περιορίσει τη δημόσια έκφραση αυτών των ανησυχιών οδήγησαν μάλιστα σε νομική προσφυγή του σωματείου κατά της τράπεζας.
Το σωματείο είναι σαφές: όταν οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται ασφαλείς να μιλήσουν, το ζήτημα δεν είναι απλώς θέμα ανθρώπινου δυναμικού, αλλά μετατρέπεται σε κίνδυνο.
Σε έναν θεσμό που διαχειρίζεται τη νομισματική σταθερότητα της ευρωζώνης, η εσωτερική φίμωση μπορεί να έχει ευρύτερες συνέπειες.
Η αποσύνδεση μεταξύ επίσημης ρητορικής και εσωτερικής πραγματικότητας ενισχύεται από ένα ακόμη στοιχείο: λιγότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων πιστεύει ότι η ΕΚΤ είναι ανοιχτή στην επικοινωνία με το προσωπικό της.
Παρότι περίπου τα δύο τρίτα δηλώνουν ότι αισθάνονται δίκαιη μεταχείριση και υπερηφάνεια για την αποστολή του οργανισμού, λιγότεροι από ένας στους τρεις θα σύστηναν την ΕΚΤ ως εργοδότη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ζήτημα της επαγγελματικής εξέλιξης. Τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους δεν θεωρούν ότι διαθέτουν επαρκείς ευκαιρίες ανάπτυξης, ενώ ένα επιπλέον 20% δηλώνει αβεβαιότητα για το πώς θα εξελιχθεί η καριέρα του εντός της τράπεζας. Η «σπασμένη σκάλα» ανέλιξης σκιάζει την εικόνα ενός θεσμού που καλείται να εμπνέει σταθερότητα και εμπιστοσύνη.
Εκπρόσωπος της ΕΚΤ υποστήριξε ότι η διοίκηση συνεργάζεται με το προσωπικό και τους εκπροσώπους του για να μετατρέψει τα ευρήματα της έρευνας σε «συγκεκριμένα βήματα», ενισχύοντας τον διάλογο, την υποστήριξη των στελεχών και την αίσθηση ασφάλειας και ένταξης.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι δύσκολη. Οι φήμες περί ενδεχόμενης πρόωρης αποχώρησης της Lagarde πριν την ολοκλήρωση της οκταετούς θητείας της εντείνουν τη συζήτηση για την κληρονομιά που θα αφήσει.
Σε έναν θεσμό όπου η αξιοπιστία αποτελεί το υπέρτατο κεφάλαιο, η εσωτερική δυσφορία δεν είναι απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Είναι προειδοποιητικό σήμα. Και αν οι φωνές εντός της ΕΚΤ συνεχίσουν να ψιθυρίζονται αντί να ακούγονται καθαρά, το ρήγμα ίσως αποδειχθεί βαθύτερο απ’ όσο δείχνουν οι αριθμοί μιας και μόνο έρευνας.
www.bankingnews.gr
Τα ευρήματα της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο με συμμετοχή-ρεκόρ 75%, προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για την κουλτούρα της τράπεζας υπό την ηγεσία της Christine Lagarde.
Το μήνυμα που αναδύεται είναι ανησυχητικό: σημαντικό ποσοστό εργαζομένων θεωρεί ότι δεν μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τις απόψεις του χωρίς να φοβάται.
Συγκεκριμένα, το 34% διαφώνησε με τη δήλωση ότι μπορεί να μιλά ανοιχτά «χωρίς φόβο επιπτώσεων», ενώ ένα επιπλέον 24% δήλωσε αβεβαιότητα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι παλαιότεροι υπάλληλοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και ανήσυχοι για επιπτώσεις σε σχέση με τους νεότερους.
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν και, σύμφωνα με μαρτυρίες εργαζομένων, η ατμόσφαιρα που ακολούθησε ήταν φορτισμένη.
«Ο κόσμος ήταν πολύ αναστατωμένος», ανέφερε υπάλληλος, εκφράζοντας απογοήτευση για την έλλειψη σαφούς δέσμευσης για ουσιαστικές αλλαγές.
Έντονη αντίθεση
Η εικόνα αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη δημόσια ρητορική της Lagarde, η οποία μόλις πρόσφατα εξήρε την ποικιλομορφία απόψεων στους κόλπους των κεντρικών τραπεζιτών της ευρωζώνης, υποστηρίζοντας ότι «η διαφορετικότητα είναι πλεονέκτημα σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας».
Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η ίδια τονίζει την ανάγκη διεύρυνσης της οπτικής, έχοντας επικρίνει δημόσια τους οικονομολόγους για «φυλετικές κλίκες» στο World Economic Forum του 2024 στο Νταβός.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το πνεύμα αυτό δεν φαίνεται να διαπερνά τα γραφεία της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη.
«Kουλτούρα φόβου»
Ήδη από πέρυσι, ο αντιπρόεδρος του σωματείου εργαζομένων της τράπεζας, Carlos Bowles, είχε προειδοποιήσει για μια «κουλτούρα φόβου» που ενθαρρύνει την αυτολογοκρισία και την ομαδική σκέψη.
Οι προσπάθειες της διοίκησης να περιορίσει τη δημόσια έκφραση αυτών των ανησυχιών οδήγησαν μάλιστα σε νομική προσφυγή του σωματείου κατά της τράπεζας.
Το σωματείο είναι σαφές: όταν οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται ασφαλείς να μιλήσουν, το ζήτημα δεν είναι απλώς θέμα ανθρώπινου δυναμικού, αλλά μετατρέπεται σε κίνδυνο.
Σε έναν θεσμό που διαχειρίζεται τη νομισματική σταθερότητα της ευρωζώνης, η εσωτερική φίμωση μπορεί να έχει ευρύτερες συνέπειες.
Η αποσύνδεση μεταξύ επίσημης ρητορικής και εσωτερικής πραγματικότητας ενισχύεται από ένα ακόμη στοιχείο: λιγότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων πιστεύει ότι η ΕΚΤ είναι ανοιχτή στην επικοινωνία με το προσωπικό της.
Παρότι περίπου τα δύο τρίτα δηλώνουν ότι αισθάνονται δίκαιη μεταχείριση και υπερηφάνεια για την αποστολή του οργανισμού, λιγότεροι από ένας στους τρεις θα σύστηναν την ΕΚΤ ως εργοδότη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ζήτημα της επαγγελματικής εξέλιξης. Τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους δεν θεωρούν ότι διαθέτουν επαρκείς ευκαιρίες ανάπτυξης, ενώ ένα επιπλέον 20% δηλώνει αβεβαιότητα για το πώς θα εξελιχθεί η καριέρα του εντός της τράπεζας. Η «σπασμένη σκάλα» ανέλιξης σκιάζει την εικόνα ενός θεσμού που καλείται να εμπνέει σταθερότητα και εμπιστοσύνη.
Εκπρόσωπος της ΕΚΤ υποστήριξε ότι η διοίκηση συνεργάζεται με το προσωπικό και τους εκπροσώπους του για να μετατρέψει τα ευρήματα της έρευνας σε «συγκεκριμένα βήματα», ενισχύοντας τον διάλογο, την υποστήριξη των στελεχών και την αίσθηση ασφάλειας και ένταξης.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι δύσκολη. Οι φήμες περί ενδεχόμενης πρόωρης αποχώρησης της Lagarde πριν την ολοκλήρωση της οκταετούς θητείας της εντείνουν τη συζήτηση για την κληρονομιά που θα αφήσει.
Σε έναν θεσμό όπου η αξιοπιστία αποτελεί το υπέρτατο κεφάλαιο, η εσωτερική δυσφορία δεν είναι απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Είναι προειδοποιητικό σήμα. Και αν οι φωνές εντός της ΕΚΤ συνεχίσουν να ψιθυρίζονται αντί να ακούγονται καθαρά, το ρήγμα ίσως αποδειχθεί βαθύτερο απ’ όσο δείχνουν οι αριθμοί μιας και μόνο έρευνας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών